επιδιορθωτής

ο (θηλ. επιδιορθώτρια)
αυτός που επιδιορθώνει, που επισκευάζει.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιδιορθωτής — ο θηλ. ώτρια αυτός που επιδιορθώνει, που επισκευάζει, ο επισκευαστής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ηπητής — ἠπητής, ό, θηλ. ἠπήτρια (Α) [ηπάομαι] επιδιορθωτής, επισκευαστής …   Dictionary of Greek

  • καπελάς — ο [καπέλο] κατασκευαστής ή επιδιορθωτής ή πωλητής καπέλων …   Dictionary of Greek

  • καττυματοποιός — καττυματοποιός, ὁ (Α) επιδιορθωτής υποδημάτων …   Dictionary of Greek

  • κλειδαράς — ο [κλειδαράς] ο κατασκευαστής ή επιδιορθωτής κλειδιών ή κλειδαριών, ο κλειθροποιός, ή αυτός ο οποίος ξεκλειδώνει πόρτες που έχουν χαθεί τα κλειδιά τους …   Dictionary of Greek

  • κλειθροποιός — ο, η (Α κλειθροποιός) ο κατασκευαστής ή επιδιορθωτής κλείθρων, κλειδαριών, ο κλειδαράς, ο κλειδωνάς. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλεῖθρο + ποιός (< ποιῶ), πρβλ. αρτο ποιός, ζωο ποιός] …   Dictionary of Greek

  • μπαλοπαπουτσάς — μπαλοπαπουτσάς, ὁ (Μ) επιδιορθωτής παπουτσιών, μπαλωματής. [ΕΤΥΜΟΛ. < μπαλώνω + παπουτσάς] …   Dictionary of Greek

  • μπαλωματής — ο, θηλ. μπαλωματού (Μ μπαλωματής) [μπάλωμα] επιδιορθωτής υποδημάτων …   Dictionary of Greek

  • νευρορ(ρ)άφος — νευρορ(ρ)άφος, ὁ (Α) 1. αυτός που ράβει με σκληρή και ανθεκτική κλωστή 2. επιδιορθωτής υποδημάτων 3. κατασκευαστής χορδών λύρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεῦρον + ρ(ρ)άφος (< ραφή < ράπτω), πρβλ. ιστιο ρράφος, μηχανο ρράφος] …   Dictionary of Greek

  • παλαιοράφος — παλαιοράφος, ον (Α) το αρσ. ως ουσ. επιδιορθωτής υποδημάτων, μπαλωματής. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαιο * + ράφος (< ῥαφή < ῥάπτω), πρβλ. κοσκινο ράφος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.